Εβραία


Εβραία
[эврэа] ουσ. Θ. еврейка,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "Εβραία" в других словарях:

  • Οβραιοπούλα — και Οβριοπούλα, η μικρή Εβραία. [ΕΤΥΜΟΛ. < Οβραίος / Οβριός + υποκορ. κατάλ. πούλα] …   Dictionary of Greek

  • Βέιλ, Σιμόν — I (Simone Weil, Γαλλία 1909 – Άσορντ Κεντ, Αγγλία 1943). Γαλλίδα φιλόσοφος και συγγραφέας. Σπούδασε φιλοσοφία, κλασική φιλολογία και φυσική. Εργάστηκε αρχικά ως καθηγήτρια φιλοσοφίας σε σχολεία μέσης εκπαίδευσης της Γαλλίας και κατά τη διετία… …   Dictionary of Greek

  • Βέργκελαντ, Χένρικ Άρνολντ — (Henrik Arnold Vergeland, Κρίστιανσαντ 1808 – Χριστιανία [σημερινό Όσλο] 1845). Νορβηγός ποιητής. Σπούδασε θεολογία, αλλά αφιερώθηκε πολύ σύντομα σε μια έντονη και πολυτάραχη πολιτική και λογοτεχνική δραστηριότητα. Άνθρωπος με πλούσια φαντασία… …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek

  • Γκριλπάρτσερ, Φραντς — (Franz Grillparzer, Βιέννη 1791 – 1872).Αυστριακός ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. Διακρινόταν από μία προδιάθεση προς την κατήφεια και τη μελαγχολία, που επηρέασε το έργο του. Στο γράψιμό του συνδυάζονται το ισπανικό δράμα σε ύφος μπαρόκ και… …   Dictionary of Greek

  • Ιουδίθ ή Ιουδείθ — Βιβλικό πρόσωπο. Εβραία ηρωίδα που απελευθέρωσε την πόλη της Βετελούας από την πολιορκία των Ασσυρίων. Όταν στα χρόνια των Κριτών o Ολοφέρνης, βασιλιάς των Ασσυρίων, έφτασε επικεφαλής ισχυρότατου στρατού στην πεδιάδα Εσδρελών και πολιόρκησε την… …   Dictionary of Greek

  • Κάιζερ, Γκέοργκ — (Georg Kaiser, Μαγδεμβούργο 1878 – Ασκόνα, Ελβετία 1945). Γερμανός θεατρικός συγγραφέας. Ασχολήθηκε αρχικά με το εμπόριο και ταξίδεψε αρκετά στη Νότια Αμερική και στην Ευρώπη. Όταν επέστρεψε στην πατρίδα του, άρχισε να γράφει για το θέατρο (1904) …   Dictionary of Greek

  • Κυριακίδης, Επαμεινώνδας — (Κωνσταντινούπολη 1861 – 1939). Δημοσιογράφος και συγγραφέας. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και παράλληλα ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του επέστρεψε στη γενέτειρά του Κωνσταντινούπολη. Αρχικά διετέλεσε …   Dictionary of Greek

  • Ολοφέρνης — Στρατηγός των Ασσυρίων την εποχή του Ναβουχοδονόσορα, περσικής καταγωγής. Σύμφωνα με την παράδοση, σκοτώθηκε από την όμορφη Εβραία Ιουδήθ, χήρα του Μανασή, την ώρα που κοιμόταν στο κρεβάτι του, κατά την πολιορκία της ιουδαϊκής πόλης Βετυλούας. Η… …   Dictionary of Greek

  • Προυστ, Μαρσέλ — (Proust, Παρίσι 1871 – 1922). Γάλλος συγγραφέας. Η οικογένειά του ανήκε στην ανώτερη αστική τάξη· ο πατέρας του, Αντριέν, ήταν διάσημος γιατρός, και η μητέρα του, Ζαν Βεΐλ, ήταν Εβραία λορενικής καταγωγής. Σε ηλικία 9 ετών ο Μαρσέλ αρρώστησε για… …   Dictionary of Greek